Ζητήματα αισθητικής, πολιτισμικής και εκπαιδευτικής αξίας

Δημοσιεύτηκε 16.02.2012

Της Γιωτας Kριτσελη*

H διένεξη ανάμεσα στο πολυτονικό και το μονοτονικό είναι ένα σύνθετο πρόβλημα. Μπορεί η οικονομική παράμετρος να έχει βαρύνουσα σημασία, δεν πρέπει ωστόσο να υποβαθμίζουμε και τις γλωσσολογικές, πολιτισμικές, εκπαιδευτικές αλλά και αισθητικές παραμέτρους.

Στο βασικό γλωσσολογικό επιχείρημα κατά του πολυτονικού, ότι οι τόνοι και τα πνεύματα δεν έχουν καμία χρησιμότητα, διότι δεν αναπαριστούν καμία φωνητική ενέργεια, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι τα σημεία αυτά εμπεριέχουν πληροφορίες ετυμολογικής, μορφολογικής και συντακτικής φύσεως.

Η απώλεια της δασείας, για να αναφέρω ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα, έχει ως συνέπεια την αδυναμία αναγνώρισης των σύνθετων λέξεων: πώς μπορεί ο ομιλητής που δεν διδάχθηκε το πολυτονικό να διακρίνει, λ. χ., ότι η λέξη εφάμιλλος παράγεται από την πρόθεση επί και το ουσιαστικό άμιλλα; Η απουσία της δασείας έχει ωστόσο και άλλες σοβαρές συνέπειες: δυσχεραίνει τη δημιουργία νέων συνθέτων και επιπλέον οδηγεί σε αδόκιμη σύνθεση λέξεων (π. χ. πενταήμερη αντί πενθήμερη). Κατά ανάλογο τρόπο, και οι τόνοι μεταφέρουν με τη σειρά τους πληροφορίες μορφολογικής φύσεως. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι πρόκειται για νεκρά σημάδια.

Στη συνέχεια θα αναφερθώ σύντομα στο θέμα της εκδοτικής αντιμετώπισης κειμένων της παλαιότερης αλλά και της νεότερης λογοτεχνίας μας γραμμένων αρχικά στο πολυτονικό. Υπάρχουν ήδη αρκετά δείγματα μεταγραφής τους στο μονοτονικό, για τα οποία λειτούργησε προφανώς το δέλεαρ της διεύρυνσης του αναγνωστικού κοινού. Τα αποτελέσματα είναι αρνητικά, προπαντός όταν μεταγράφονται κείμενα που ανήκουν στη λόγια παράδοση της ελληνικής, έστω κι αν πρόκειται απλώς για παραθέματα ή για τίτλους.

Επί παραδείγματι, δεν πιστεύω ότι θα κερδίσει κάτι ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει την αρχαία ελληνική, αν συναντήσει σε κάποια μελέτη τον τίτλο της συλλογής του Γ. Σεφέρη …Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν… στο μονοτονικό. Αντιθέτως, μπορεί να τον παρανοήσει και αυτός που κατέχει μετρίως την αρχαία ελληνική από το σχολείο.

Η αισθητική διάσταση, τέλος, του ζητήματος δεν είναι διόλου αμελητέα. Θεωρώ ότι η ελληνική γραφή με τους τόνους, τα πνεύματα και τα σημεία στίξεως, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην τυπογραφία από τις αρχές του 20ού αιώνα και εξής, έχοντας αποβάλει τη ρευστότητα και την εκζήτηση της περιόδου των χειρογράφων αλλά διατηρώντας συγχρόνως τη γοητευτική πολυμορφία της έναντι του λατινικού αλφαβήτου, έχει φθάσει σε ένα σημείο ιδιαίτερης καλαισθησίας.

Μια σελίδα τυπωμένου κειμένου με ωραία στοιχεία, με τους τόνους και τα πνεύματα σε πλήρη παράταξη, εάν είναι και σωστά επιμελημένη, θα μπορούσε ενδεχομένως να ιδωθεί και ως καλλιγράφημα.

Τελειώνω με ένα παράδοξο. Η εμφάνιση σύγχρονων ψηφιακών πολυτονικών γραμματοσειρών, την πληρότητα, την αρτιότητα, και βέβαια την ευκολία χρήσης των οποίων θα ζήλευαν οι θεράποντες της μονοτυπίας, σε συνδυασμό με τη χρήση βελτιωμένων πολυτονιστών, αναιρεί εν μέρει το συντριπτικό επιχείρημα του υπέρογκου οικονομικού βάρους – επιχείρημα που, ας μην το λησμονούμε, συνέτεινε στη σχεδόν πλήρη επικράτηση του μονοτονικού στον εκδοτικό χώρο.

* Η κ. Γιώτα Κριτσέλη είναι διευθύντρια των εκδόσεων Κίχλη.

 

Πηγῆ: http://news.kathimerini.gr

 

 

Add your comment